αιπεινός

αἰπεινός, -ή, -ὸν (Α)
1. (για πόλεις χτισμένες σε υψηλά μέρη) υψηλός, δυσπρόσιτος
2. (για κορυφές βουνών) απότομος, απόκρημνος
3. απερίσκεπτος, πονηρός «αἰπεινοὶ λόγοι»
4. δυσκολονόητος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < *αἰπεσ-νὸς < αἶπος*πρβλ. και αἰπύς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰπεινός — high masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπεινά — αἰπεινός high neut nom/voc/acc pl αἰπεινά̱ , αἰπεινός high fem nom/voc/acc dual αἰπεινά̱ , αἰπεινός high fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπεινῶν — αἰπεινός high fem gen pl αἰπεινός high masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπεινόν — αἰπεινός high masc acc sg αἰπεινός high neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπειναῖς — αἰπεινός high fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπειναί — αἰπεινός high fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπεινοῖο — αἰπεινός high masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπεινοῖσι — αἰπεινός high masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπεινοῖσιν — αἰπεινός high masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰπεινοί — αἰπεινός high masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.